Έχοντας σωρευμένη εμπειρία από την κοινή φάση σπουδών και διανύοντας την Α΄ ειδική φάση, ήρθε η ώρα να καταγράψουμε τις παρατηρήσεις μας σχετικά με το ζήτημα του εκπαιδευτικού μας προγράμματος και του τρόπου με τον οποίο αυτό εξελίσσεται. Η υπέρμετρη πίεση που προϋπήρχε και το τελευταίο διάστημα εντείνεται, καθιστά αναγκαίο το να θίξουμε την εντατικοποίηση των σπουδών μας.
Χωρίς να αναλύσουμε λεπτομερώς τις απαιτήσεις του κάθε μαθήματος κατά το δεύτερο μισό της Α΄ ειδικής φάσης, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η γενική εικόνα είναι αμείλικτη. Με εναρκτήρια ημερομηνία την 30η Οκτωβρίου, ως σπουδαστές καλούμαστε να δώσουμε διαπιστευτήρια γνώσης σε οκτώ μαθήματα (εξαιρουμένων των ξένων γλωσσών), εκ των οποίων πέντε εξετάζονται γραπτά και τρία περιλαμβάνουν εργασία· ένα δε μάθημα συνδυάζει και τους δύο τρόπους εξέτασης. Μάλιστα και σε συνάρτηση με τα παραπάνω, αν και οι προθεσμίες υποβολής των εργασιών μας είχαν γνωστοποιηθεί εδώ και καιρό, δεν συνέβη το ίδιο και με τις ημερομηνίες γραπτής εξέτασης, γεγονός που κατέστησε αρκετά δυσχερή οποιονδήποτε προγραμματισμό εκ μέρους μας (αν θεωρήσουμε πως κάποιος προγραμματισμός είναι εφικτός εντός ενός τόσο ασφυκτικού πλαισίου). Ειδικά, καταγγέλλουμε την περίπτωση του μαθήματος “Μεθοδολογία της Έρευνας”, όπου βιώσαμε τον απόλυτο παραλογισμό, δηλαδή να καλούνται οι σπουδαστές να συγγράψουν εργασία 5000 λέξεων με προσχέδιο που στάλθηκε 10-15 ημέρες πριν τη παράδοση της, με το σωστό προσχέδιο να μην έχει ακόμα αναρτηθεί.
Ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που κάποιος εξακολουθεί να θεωρεί διαχειρίσιμο τον φόρτο εργασίας στην παρούσα φάση, οφείλουμε να προειδοποιήσουμε πως η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί αρκετά στη συνέχεια. Ήδη θεωρούμε πως έχει γίνει από όλους αισθητή η μετάβαση από την Κοινή στην Α’ Ειδική Φάση, καθώς από τις δύο εργασίες που είχαμε υποχρέωση να παραδώσουμε κατά το πρώτο διάστημα φοίτησής μας στην σχολή, πλέον πρέπει να παραδώσουμε πέντε στο ίδιο χρονικό περιθώριο των τεσσάρων μηνών, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε ανελλιπώς παραδόσεις μαθημάτων, στα οποία και εξεταζόμαστε γραπτώς.
Συνεχίζοντας, αλλά όχι στον ίδιο ρυθμό, το τμήμα Πολιτιστικής Διοίκησης θα κληθεί σε χρονικό διάστημα τριών μηνών, όσο δηλαδή διαρκεί η Β’ Ειδική Φάση, να παραδώσει εννιά εργασίες, να παρακολουθήσει δεκατρία μαθήματα και τρία σεμινάρια, ενώ θα πρέπει να εξεταστεί γραπτώς σε οκτώ από αυτά. Το τμήμα Ψηφιακής Διοίκησης θα πρέπει να παραδώσει πέντε εργασίες σε τρείς μήνες (όσες δηλαδή και στην Α’ Ειδική, αλλά έχοντας στην διάθεσή του έναν μήνα λιγότερο), να παρακολουθήσει ένδεκα μαθήματα και να εξεταστεί γραπτώς σε εννιά, καθώς το πρόγραμμα σπουδών για ορισμένα μαθήματα επιβάλλει εκπόνηση εργασίας μαζί με γραπτή εξέταση.
Επιπλέον, το πρόγραμμα σπουδών της Β’ Ειδικής Φάσης είναι αρκετά ασαφές ως προς τις υποχρεώσεις των σπουδαστών σε ορισμένα μαθήματα. Ενδεικτικά, αναφέρεται δεν διευκρινίζεται πουθενά ο τύπος των τεσσάρων εργασιών που θα κληθούν να εκπονήσουν οι συνάδελφοι του τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αν δηλαδή θα είναι ατομικές ή ομαδικές, γεγονός που κρίνεται σημαντικό με δεδομένο πως για τις ατομικές εργασίες η απαιτούμενη έκταση είναι συνήθως αρκετά μεγαλύτερη. Τέλος, τα συνολικά μαθήματα στα οποία θα εξεταστούμε καθ’ όλη την διάρκεια των σπουδών μας κυμαίνονται από 38 (ΑΠΠ και ΔΕΥ) έως 42 (ΚΦ και ΠΔ), αριθμός που παραπέμπει σε σχολή τετραετούς φοιτήσεως. Μια ενδεικτική εικόνα δίνεται στον παρακάτω πίνακα.
Για τους υπολογισμούς έχει ληφθεί υπόψη πως η απαιτούμενη έκταση για τις ατομικές και ομαδικές εργασίες θα είναι 3.000 και 1.500 λέξεις αντίστοιχα, ενώ οι μελέτες περίπτωσης θα περιλαμβάνουν 1.500 λέξεις. Επίσης, έχει γίνει αναγωγή των αποτελεσμάτων σε μηνιαία βάση, προκειμένου να είναι συγκρίσιμος ο φόρτος εργασίας μεταξύ των τετραμήνων της Κοινής και ‘Α Ειδικής Φάσης και του τριμήνου της Β’ Ειδικής.
Για τους παραπάνω λόγους, παραθέτουμε τα αιτήματά μας που θα μπορούσαν να βελτιώσουν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και να αποτελέσουν βάση για το μέλλον τόσο το δικό μας όσο και επόμενων εκπαιδευτικών σειρών:
- Θεωρούμε πως είναι ζήτημα αλληλεγγύης απέναντι σε όλους τους συναδέλφους να επιλυθούν τα όποια προβλήματα και να εξομαλυνθεί η εκπαιδευτική διαδικασία. Εν ολίγοις, θεωρούμε ότι ουσιαστικά αγνοείται το γεγονός ότι είμαστε σπουδαστές-εργαζόμενοι, παρά τις ανέξοδες αποκρίσεις από τους υπεύθυνους σπουδών περί κατανόησης του φόρτου εργασίας. Το γεγονός πως μετά το πέρας των καθημερινών παρακολουθήσεων καλούμαστε να συνεχίσουμε για αρκετές ώρες κάθε μέρα την εργασία μας (γράφοντας εργασίες, ενδιάμεσες εργασίες, μελετώντας κλπ.) καθιστά εν τέλει τις σπουδές μας την αποκλειστική καθημερινότητά μας και απαιτεί από εμάς να αφήσουμε στην άκρη τις άλλες μας υποχρεώσεις και τον απαραίτητο προσωπικό μας χρόνο. Αυτή η μόνιμη πλέον κατάσταση «υπερωριακής απασχόλησης» εξαντλεί τους πάντες και ιδίως όσους έχουν αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις. Να εξετάζεται από εδώ και πέρα από οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο (είτε ΥΣΕ είτε επιστημονικό συμβούλιο είτε οποιοδήποτε άλλο) το πόσες εργατοώρες απαιτούνται για επαρκή προετοιμασία για κάθε μάθημα μετά το ωράριο απασχόλησης μας στη Σχολή. Αυτή η πρόβλεψη να λαμβάνεται αυστηρά υπόψη κατά τη κατάρτιση του προγράμματος σπουδών και του ωρολόγιου προγράμματος.
- Να επαρκεί η χρονική διάρκεια των εξετάσεων σε σχέση με τη δυσκολία και την έκταση των θεμάτων.
- Είναι απαραίτητη και θα έπρεπε να είναι αυτονόητη η συνεννόηση των υπευθύνων σπουδών κατά την κατάρτιση του εκπαιδευτικού προγράμματος, των ημερομηνιών και του τρόπου εξέτασης.
- Είμαστε αντίθετοι στη λογική του εξεταστικού κέντρου (εξέταση περισσότερων μαθημάτων με επάρκεια).
- Ο αριθμός των εργασιών πρέπει να μειωθεί (ζητούμενο είναι η ποιότητα των εργασιών και όχι η ποσότητα).
- Να μη βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με εγχειρίδια κάκιστης ποιότητας.
- Καλύτερος προγραμματισμός των μαθημάτων ώστε να μη θεωρούνται ως δεδομένα πράγματα τα οποία δεν έχουμε διδαχθεί.
- Να προάγονται μαθήματα θεωρητικής κατάρτισης που συγκροτούν ενιαίο αντικείμενο και άπτονται της έννοιας του δημοσίου υπαλλήλου με υψηλό υπόβαθρο. Να εισαχθούν μαθήματα κοινωνικής πολιτικής που να προάγουν το γεγονός ότι είμαστε υπηρέτες του δημόσιου συμφέροντος κόντρα στη λογική του δημόσιου υπαλλήλου-manager.
- Να δίνεται δυνατότητα επανεξέτασης ή επαναβαθμολόγησης γραπτών από άλλο διορθωτή σε μαθήματα που διαπιστώνονται βαθμολογίες κάτω από την βάση, ειδικά όταν τέτοια φαινόμενα εντοπίζονται σε συγκεκριμένα τμήματα κι από μεμονωμένους εισηγητές.
- Να λαμβάνεται ειδική μέριμνα για σπουδαστές που έχουν παιδιά σε μικρή ηλικία, οι οποίοι προφανώς δεν μπορούν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις τους υπολοίπους. Επί παραδείγματι, θα μπορούσε να παρέχεται δυνατότητα εξέτασης με επάρκεια (pass/fail) σε έναν ορισμένο αριθμό μαθημάτων της επιλογής τους, η βαθμολογία των οποίων δεν θα προσμετράται στον τελικό μέσο όρο.
- Να βρεθούν χρήματα με κάθε τρόπο για τη διανομή έντυπου εγχειρίδιου για κάθε μάθημα.
- Να αξιολογούνται όχι μόνο οι διδάσκοντες, αλλά και οι ΥΣΕ από τους σπουδαστές ΕΣΔΔΑ.
- Να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση και η συνέχιση της λειτουργίας της ΕΣΔΔΑ.
Αν αυτού του είδους η πίεση αποσκοπεί στην «εξάσκησή» μας με απώτερο στόχο, όταν θα τοποθετηθούμε στις υπηρεσίες μας, να μην υποπέσουμε στο «σφάλμα» της καθυστέρησης εφαρμογής νόμου που αφορά ενδεχομένως κάποια επένδυση, (σύμφωνα και με τις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου που ψηφίστηκε και προβλέπει πειθαρχικές ποινές κατ’ ελάχιστον προσωρινής παύσης 3 μηνών για όσους υπαλλήλους – υποτίθεται σκόπιμα – καθυστερούν σχετική έγκριση ή γνωμοδότηση) σημειώνουμε πως είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι, τόσο ως προς αυτές τις διατάξεις όσο και ως προς αυτό τον χαρακτήρα «εκπαίδευσης».